στερκοράριος

στερκοράριος
Όνομα πτηνών της οικογένειας των Στερκοραριδών, της τάξης των χαραδριόμορφων και εντόμων της οικογένειας των Σκαραβαιιδών. Οι Στερκοραρίδες ή Κοπροδίαιτοι, ονομάζονται έτσι γιατί κατά το παρελθόν πιστευόταν ότι τρέφονταν από τ απορρίμματα άλλων πτηνών. Ο σ. ο μέγας (stercorarius Skua), θυμίζει τους γλάρους, αλλά είναι πιο ογκώδης κι έχει δάχτυλα εφοδιασμένα με αγκιστροειδή νύχια, όμοια με τα νύχια των αρπακτικών πτηνών. Έχει συνολικό μήκος 66 εκ. Είναι ταχύτατος και ευκίνητος στην πτήση και κατά τη θερμή εποχή συχνάζει στις ευρωπαϊκές και στις αμερικανικές ακτές του Β. Ατλαντικού, απ’ όπου μεταναστεύει στα νότια στις αρχές του χειμώνα. Τρέφεται γενικά με ψάρια, καρκινοειδή και μαλάκια. Συγγενικά είδη είναι: ο σ. η πομμερανία (stercorarius Pomarinus), με μήκος λίγο μικρότερο των 45 εκ., που φωλιάζει στις βόρειες ακτές της Ευρασίας και της Αμερικής, ο σ. ο παρασιτικός (stercorarius Parasiticus), μήκους 55 εκ. που απ’ τις αρκτικές ζώνες, όπου φωλιάζει, μεταναστεύει το χειμώνα πολύ προς N. φτάνοντας μερικές φορές την Ινδία, τη νότια Αφρική, τη Βραζιλία και την Αυστραλία και ο σ. ο μακρόουρος (stercorarius Longicaudus), που από την άνοιξη έως το φθινόπωρο ζει περίπου στην ίδια περιοχή με τον προηγούμενο. Από τα έντομα, ονομάζουμε σ. όλα εκείνα τα είδη της οικογένειας των Σκαραβαιιδών που τρέφονται με απορρίμματα θηλαστικών. Ανήκουν στα γένη σκαραβαίος, ή ατευχής (scara-baeius ή ateuctus), γυμνόπλευρος (cymno-pleurus), κόπρις (copris) κλπ. Το έντομο γεώτρυπος ο σ. (geotrypes stercorarius), είναι κολεόπτερο που έχει μέγιστο μήκος 2,5 εκ. Τόσο το ακμαίο άτομο, όσο και το προνυμφικό, τρέφονται με απορρίμματα ίππων και βοοειδών. Ανάλογες συνήθειες έχουν και άλλοι γεωτρύπες και μερικά συγγενικά είδη, όπως ο μινώταυρος (typhoeus Typhoeus), μήκους 2 περίπου εκ., τα αρσενικά του οποίου χαρακτηρίζονται από μια μεσαία άκανθα και από δύο κέρατα στραμμένα προς τα εμπρός. Το έντομο αυτό τρέφεται με απορρίματα προβάτων. Ο στερκοράριος ο μέγας ζει κατά μήκος των ευρωπαϊκών και αμερικανικών ακτών του Β. Ατλαντικού. O γεωτρύπης ο στερκοράριος (κολεόπτερο μέγιστου μήκους 2,5 εκ.) κατασκευάζει με απορρίματα ζώων μικρούς σβόλους που χρησιμοποιεί ύστερα σαν τροφή.
* * *
ο, Ν
ζωολ. γένος αρπακτικών θαλάσσιων πτηνών που ανήκει στην οικογένεια στερκοραριίδες τής τάξης λαρόμορφα, γένος στο οποίο ανήκουν και οι κοινώς γνωστοί ληστόγλαροι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. < λατ. stercorarius < stercus «κόπρος» + -arius].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • σκούα — το, Ν ζωολ. κοινή ξενική ονομασία τών αρπακτικών θαλάσσιων πτηνών τού γένους στερκοράριος και, ιδίως, τού είδους Stercorarius scua, που είναι γνωστά με την ελληνική ονομασία ληστόγλαρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. skua < δαν. skūgvur] …   Dictionary of Greek

  • λαρίδες — (laridae). Οικογένεια στεγανοπόδων πτηνών της τάξης των λαριμόρφων. Περιλαμβάνει 88 είδη που ζουν κοντά στη θάλασσα και χαρακτηρίζονται για την ευχέρειά τους στην κολύμβηση. Έχουν μήκος 20 έως 75 εκ., μακριές πτέρυγες και ασπρόμαυρο χρώμα. Η… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”